16 Σεπτεμβρίου 2014

Άδυτο

Κάτι ετοιματζίδικο για σήμερα γιατί είμαι λίγο εξαντλημένη.

Ένα παλιό μου διηγηματάκι που δημοσιεύτηκε σε ένα μικρό επετειακό τεύχος για το ετήσιο φεστιβάλ Φαντασίας που διοργανώνεται στη Θεσσαλονίκη από μία ομάδα δραστήριων νέων.
Η ιστορία μιλάει για την Τζένη την κολλητή μου, η οποία εκείνη την περίοδο εργαζόταν στην επαρχία, περιοδεύοντας σε αγροτικά χωριά εκπονώντας γεωπονικές μελέτες. Κι επειδή οι μετακινήσεις στην ελληνική επαρχία έχουν πάντα κάτι το τρομακτικό, η ιστορία διαμορφώθηκε με τον τρόπο που θα δείτε παρά κάτω. 

Άδυτο

Σκυμμένη πάνω από ένα βουνό φακέλους , η Τζένη  κοιτούσε ανήσυχα  κάθε τόσο το ρολόι της.  Όσο η ώρα περνούσε,  τόσο το σκοτάδι  πύκνωνε έξω και η αναθεματισμένη δουλειά στο γραφείο δεν έλεγε να τελειώσει. Είχαν μαζευτεί στο κεφάλι της  όλα εκείνα που την έβγαζαν έξω από τα ρούχα της.  Οι  αμέτρητες απλήρωτες υπερωρίες, το άξεστο αφεντικό  με τη βαριά κολόνια που την φόρτωνε διαρκώς με τις δικές του ευθύνες, οι χαμένες  άδειες, η στριμμένη συνάδελφος με την καμένη  περμανάντ.  Μα πάνω απ’ όλα,  τα χιλιόμετρα του έρημου επαρχιακού δρόμου που είχε να διανύσει μέχρι να φτάσει στην πόλη της.  Είχε συμπληρώσει κοντά ένα εξάμηνο από τότε που πήρε μετάθεση σε τούτο το άθλιο και ξεχασμένο από το θεό γραφείο  και όσο ο χειμώνας πλησίαζε,  τόσο την έπιανε πανικός που έπρεπε να οδηγεί μετά τη δύση του ηλίου σε ένα απαρχαιωμένο  οδικό δίκτυο, με ξεχαρβαλωμένες πινακίδες και ανύπαρκτο φωτισμό.                                                                                                                             
Λίγο πριν σημάνει επτά έκλεισε τον υπολογιστή της και μαζί βρόντηξε δυνατά την πόρτα πίσω της. Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά  και καθώς έβαζε μπρος τη μηχανή ο ουρανός γέμισε με αστραπές.  «Τώρα δέσαμε! Η βροχή μου έλειπε!», μονολόγησε εκνευρισμένη.  Όπως και να ‘χε όμως, έπρεπε να κρατήσει την ψυχραιμία της και να συγκεντρωθεί στο τιμόνι γιατί όσο αγχωνόταν τόσο χειροτέρευε την κατάσταση.  
                                                                
  Μετά τα πρώτα χιλιόμετρα, το ψιλόβροχο εξελίχθηκε σε δυνατή νεροποντή και οι αστραπές ήταν λες κι έσκαγαν πάνω στο καπό του αυτοκινήτου. Η Τζένη ανέβαζε την ένταση της μουσικής και παράλληλα σιγοτραγουδούσε τους στίχους για να ανεβάσει το ηθικό της.  Σύντομα όμως τα πράγματα πήραν ακόμα πιο άσχημη τροπή για κείνην  και είχε έναν ακόμα σοβαρότερο λόγο να ανησυχεί…  Ένας τεράστιος κορμός δέντρου είχε πέσει στη μέση του δρόμου,  κλείνοντάς της έτσι την έξοδο προς την εθνική οδό! Καταστροφή! Τελευταία στιγμή κατάφερε να πατήσει φρένο και να μην συγκρουστεί με το δέντρο. Βγήκε έξω σαστισμένη, ουρλιάζοντας και  κλοτσώντας σαν μανιακή, μια τις ρόδες του αμαξιού και μια τον πεσμένο κορμό. Τι εναλλακτικές όμως είχε; Να φωνάξει οδική βοήθεια;  Αλλά με τι σήμα;  Να γυρίσει πίσω και να χάσει όλο το βράδυ της;  Ίσως το να έβρισκε κάποια άλλη πάροδο και να προσπερνούσε εκείνο το σημείο να ήταν πιο λογικό.  Εξάλλου, η επαρχία ήταν γεμάτη από χωριά.  Επέστρεψε στο τιμόνι της,  άναψε στο τέρμα το καλοριφέρ για να στεγνώσει και έκανε αναστροφή για να βρει το πιο κοντινό χωριό.                                               

                                                        
Στα εφτακόσια μέτρα περίπου, εντόπισε μια μικρή πινακίδα που ανέγραφε:  Άδυτο. Έστριψε μέσα κι ακολούθησε το δρόμο. Σύντομα βρέθηκε σε μία διασταύρωση και όπως έκοβε ταχύτητα για να αποφασίσει ποια κατεύθυνση θα ακολουθούσε, ένας  λευκός σκύλος πετάχτηκε από το πουθενά, αναγκάζοντάς την να σταματήσει και πάλι.  Πήγε κοντά του  για να βεβαιωθεί ότι δεν  του έκανε κακό και  τον βρήκε ξαπλωμένο δίπλα στις ρόδες της. Τρομαγμένη τον πήρε στην αγκαλιά της μα εκείνος δεν έδειχνε να έχει χτυπήσει, αντιθέτως ήταν πολύ φιλικός μαζί της κι απρόθυμος να την αφήσει να φύγει. Δεν χρειάστηκε όμως και πολλή προσπάθεια για να την καταφέρει. Ήταν ήδη τόσο τρομαγμένη από όλα αυτά που της συνέβαιναν που χωρίς δεύτερη σκέψη τον έβαλε στη θέση του συνοδηγού αδιαφορώντας για το αν θα λέρωνε το κάθισμα του εταιρικού αυτοκινήτου. Όταν θα έμπαινε στο χωριό θα ρωτούσε αν τον γύρευε κανείς, ειδάλλως  θα τον έπαιρνε μαζί της στο σπίτι. ‘Έτσι κι αλλιώς  εδώ και καιρό σκεφτόταν  πως ήθελε ένα κατοικίδιο και ίσως όλη αυτή η ταλαιπωρία να την έβγαζε και σε κάτι καλό.                                                                                                             

 Πιστεύοντας τελικά πως η τύχη της χαμογέλασε και νιώθοντας μεγαλύτερη ασφάλεια με έναν σκύλο  δίπλα της, προτίμησε να μην ριψοκινδυνέψει και να ακολουθήσει τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο που οδηγούσε στο χωριό και όχι τους πλαϊνούς  χωματόδρομους. Τα πρώτα σπίτια που συνάντησε ακολουθούσαν το κλασικό στερεότυπο της αγροτικής κατοικίας με την χαμηλή στέγη και την περιφραγμένη αυλή. Το σκηνικό όμως θύμιζε περισσότερο ταινία τρόμου, παρά κυριακάτικη βόλτα στο χωριό του παππού. Πυκνή ομίχλη, σφαλιστά παραθυρόφυλλα και γυμνά κλαδιά γερμένα πάνω από τα έρημα πλακόστρωτα.  Το μοναδικό φως που μπορούσε να διακρίνει προερχόταν από το μικρό καφενεδάκι της πλατείας. Οι λιγοστοί του θαμώνες, όλοι τους  προχωρημένης ηλικίας, ήταν μαζεμένοι γύρω από ένα τραπέζι κι έπαιζαν χαρτιά. Μόλις αντίκρισαν την Τζένη με τον σκύλο στο κατόπι της, έδειξαν να τα χουν χαμένα. Τι γύρευε στα μέρη τους τέτοια ώρα ένα ξένο κορίτσι με ένα αγριόσκυλο παρέα; Ο ιδιοκτήτης του καφενέ, περισσότερο κοινωνικός από τους πελάτες του, έσπευσε να την εξυπηρετήσει προσφέροντάς της ζεστό καφέ και κονιάκ.                                           

 Όσο η Τζένη απολάμβανε το ρόφημά της, εξιστορούσε στον καφετζή την περιπέτειά της κι εκείνος την παρακολουθούσε γεμάτος ενδιαφέρον. Προς στιγμήν ένιωσε πως μπορούσε να εμπιστευτεί τον καλοσυνάτο αυτό κύριο, μα ο σκύλος δεν είχε την ίδια άποψη. Σε όλη τη διάρκεια της συνομιλίας τους, δεν σταμάτησε να τον κοιτάζει επίμονα και να γρυλίζει κάθε φορά που έκανε ένα βήμα παραπάνω. Η Τζένη δεν έδωσε σημασία στην αντίδρασή του, πιστεύοντας πως κυμαινόταν μέσα στα πλαίσια της επίδειξης των ικανοτήτων του ως φύλακας.                                                                                                                                                       
 Μόλις ο καφετζής την είδε να αδειάζει το φλιτζάνι της, της έδωσε τις απαραίτητες οδηγίες για την διαδρομή, αλλά την συμβούλεψε να περιμένει καλύτερα προτού φύγει μέχρι να κοπάσει η βροχή και να βρεθεί κάποιος  να την συνοδεύσει ως την εθνική οδό. Της τόνισε μάλιστα πως είχε κάποιους κατά νου που θα μπορούσαν να την βοηθήσουν.  Η ιδέα της φάνηκε εξαιρετικά καλή κι έτσι αποφάσισε πως άξιζε τον κόπο να χάσει λίγο ακόμα από τον χρόνο της προκειμένου να επιστρέψει σώα στο σπίτι της. Για λίγο το καφενείο ησύχασε, οι θαμώνες  προσηλώθηκαν  ξανά σιωπηλοί στο παιχνίδι τους κι ο μαγαζάτορας επέστρεψε στην κουζίνα.                                                                                                                                                                                
Δε θα χε περάσει πάνω από ένα τέταρτο, όταν ο σκύλος άρχισε να οσφραίνεται  τον αέρα και να  γαυγίζει δυνατά. Από την  ομίχλη ξεπρόβαλαν δύο σχετικά μικροκαμωμένοι άντρες με αδιάβροχα και κουκούλες που κάλυπταν σχεδόν το μισό πρόσωπο.   «Α, να τα παλικάρια που θα σου δείξουν το δρόμο κοπελιά», αποκρίθηκε ο καφετζής, μα η φωνή ακούστηκε αλλιώτικη, σαν να έτρεμε λίγο. Η λαχτάρα όμως της Τζένης να γυρίσει σπίτι ήταν τόσο μεγάλη που δεν είχε την πολυτέλεια να κάνει αρνητικές σκέψεις. «Το κορίτσι θέλει να βγει στην εθνική οδό…» Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση του ο καφετζής και  οι δύο άντρες του έγνεψαν καταφατικά σαν να χαν καταλάβει αμέσως τι έπρεπε να κάνουν. Ήπιαν όρθιοι ένα ποτό και της έκαναν νόημα  να τους ακολουθήσει.                                 

Αφήνοντας πίσω της την ασφάλεια του καφενείου, η Τζένη ένιωσε την πνιγερή ατμόσφαιρα της βραδιάς να την τυλίγει και πάλι. Φοβισμένη τώρα περισσότερο από ποτέ, επηρεασμένη ίσως από την συσσωρευμένη κούραση και την νευρικότητα του σκύλου, παρακαλούσε μέσα της να έχει αίσιο τέλος η δοκιμασία της. Δε θα μπορούσε βέβαια να μείνει  τελείως αδιάφορη  και να μην κρατήσει  έστω και λίγες άμυνες απέναντι στους δύο αμίλητους αγνώστους που προπορεύονταν. Χωρίς να δει τα μάτια τους και να ακούσει τη φωνή τους δεν είχε και πολλές πιθανότητες να καταλάβει τις προθέσεις  τους. Στα λίγα δευτερόλεπτα όμως που διέθετε, προσπάθησε  να μελετήσει τουλάχιστον την όψη τους. Αυτό που της έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν ο πανομοιότυπος σκελετός τους  και το ίδιο ακριβώς εξόγκωμα που έφεραν και οι δύο στην πλάτη ακριβώς στο ύψος του θώρακα. Σε πρώτη φάση σκέφτηκε πως θα μπορούσε να ήταν αδέρφια αλλά,  δεν απέκλειε και το ενδεχόμενο να φορούσαν κάποιο ογκώδες ρούχο μέσα από το αδιάβροχο. Το μυαλό της άρχισε να κάνει απίστευτους συνειρμούς και να πλάθει περίπλοκα σενάρια γύρω από την ταυτότητα των δύο ανδρών.  Εκείνη τη στιγμή όλες οι σκηνές από θρίλερ που είχε δει ήταν σαν να προβάλλονταν ξαφνικά μπροστά της. Για να κατευνάσει λίγο το φόβο της, όσο οι συνοδοί της επιβιβάζονταν στο φορτηγάκι τους, θεώρησε φρόνιμο να αποθηκεύσει στο κινητό της  τον αριθμό κυκλοφορίας τους.                                                                                                              
Μπροστά αυτοί και πίσω εκείνη, προσπερνώντας και τις τελευταίες κατοικίες του χωριού, μπήκαν σε έναν δρόμο θεοσκότεινο και  κατάφυτο από πυκνή ορεινή βλάστηση.  Η πορεία τους ανηφορική και ελλειπτική, τόσο που της προκαλούσε  ναυτία. Η ζαλάδα και η δυσφορία που ένιωθε την έκαναν να οδηγεί μηχανικά, ενώ από το μεγάλο υψόμετρο τα αυτιά της είχαν αρχίσει να βουλώνουν. Όλα τώρα τα άκουγε απόμακρα κι αλλόκοσμα σα να βίωνε εξωσωματική εμπειρία. Μετά από μερικά χιλιόμετρα είχε χάσει τελείως την αίσθηση του χρόνου και του προσανατολισμού. Ο σκύλος  όμως στο διπλανό κάθισμα έδειχνε να έχει πλήρη επίγνωση της πραγματικότητας και συνέχιζε να κλαψουρίζει και να μυρίζει ανήσυχος τον αέρα. Σε μία απότομη στροφή σε ένα σημείο που η βλάστηση έδειχνε να αραιώνει ,  η Τζένη κοίταξε έξω από το παράθυρο και έκπληκτη παρατήρησε πως η εθνική οδός βρισκόταν ακριβώς κάτω από τα πόδια τους. Προς στιγμήν αναθάρρησε  λίγο βλέποντας πως δεν απείχε πολύ μακριά από τον προορισμό της. Ξαφνικά όμως, το φορτηγάκι μπροστά έκοψε ταχύτητα κι άλλαξε κατεύθυνση στρίβοντας  μέσα σε έναν παράδρομο που οδηγούσε σε ένα μέρος πολύ εκφοβιστικό. Από το λίγο που μπορούσε να καταλάβει επρόκειτο για ένα ξέφωτο που στο βάθος σχηματιζόταν αμυδρά η είσοδος ενός τούνελ. Η Τζένη αντιλαμβανόμενη τον σοβαρό κίνδυνο που διέτρεχε,  έκανε αναστροφή και επέστρεψε στον κεντρικό δρόμο.  Η αδρεναλίνη της είχε χτυπήσει κόκκινο, τα νεύρα της ήταν τεντωμένα και τα αντανακλαστικά της λειτουργούσαν στο έπακρο. Πάτησε γκάζι και έφυγε σφαίρα πριν προλάβουν να την προφτάσουν οι άλλοι. Η χαρά της όμως δεν κράτησε για πολύ. Από το καθρεφτάκι του οδηγού είδε το φορτηγάκι τους να την πλησιάζει. Το μικρό της αυτοκίνητο  δυστυχώς δεν είχε τις επιδόσεις του δικού τους οχήματος  και όσο κι αν  επιτάχυνε της ήταν αδύνατον να τους ξεφύγει. Η επιμονή τους να την προφτάσουν επιβεβαίωνε όλο και περισσότερο τους αρχικούς της φόβους και δικαίωνε πανηγυρικά τον τετράποδο φίλο της.  Οι χτύποι της καρδιάς της ήταν τόσο δυνατοί που τράνταζαν το λεπτοκαμωμένο στέρνο της. Οι σφυγμοί της είχαν περάσει τους  εκατόν είκοσι και ολόκληρο το σώμα της έκανε απότομες συσπάσεις. Μοναδική της παρηγοριά η απόστασή  από την εθνική οδό που έδειχνε να εξανεμίζεται.                 

Ο χρόνος είχε σταματήσει και η έκβαση της καταδίωξης εξαρτιόταν πλέον από τον παράγοντα τύχη. Με έναν επιδέξιο ελιγμό, οι δύο άνδρες την προσπέρασαν και την πέταξαν στην άκρη του δρόμου. Το αίμα της Τζένης πάγωσε, όταν τους είδε να βγαίνουν από το φορτηγό και να τρέχουν  κατά πάνω της με τις κουκούλες τους ριγμένες προς τα πίσω. Η θέα του προσώπου τους ήταν απερίγραπτα φρικιαστική.  Στη θέση των ματιών υπήρχαν  δύο ματωμένες εσοχές  από τις οποίες έτρεχε καυτό υγρό. Το δέρμα που κάλυπτε το γυμνό τους κεφάλι,  ήταν μαύρο και καρβουνιασμένο γεμάτο βαθιές ουλές.  Από την πλάτη τους φύτρωσαν  δύο τεράστια πλοκάμια που ξεπερνούσαν τα τέσσερα μέτρα. Με κινήσεις που ήταν όμοιες με  φιδιού,  τα πλοκάμια τυλίχτηκαν αστραπιαία γύρω από το αυτοκίνητο της και το έσυραν ανάμεσά στα σώματα  των δύο τερατόμορφων. Θέλοντας να βγάλουν το θήραμά τους έξω, τράβηξαν τις  δύο μπροστινές πόρτες και τις  ξερίζωσαν. Η Τζένη πεπεισμένη πως ζούσε τις τελευταίες της στιγμές έκλεισε τα μάτια της παραδομένη στον εφιάλτη.  Οι τερατόμορφοι, πλημμυρισμένοι από ένα κύμα ευδαιμονίας, έβγαζαν από μέσα τους  παράξενους ήχους ηδονής σε συχνότητες άγνωστες για την ανθρώπινη φύση.                     

Κι ενώ όλα έδειχναν πως η άδοξη μοίρα της Τζένης είχε προδιαγραφεί, με ένα τεράστιο άλμα ο σκύλος όρμησε κατά πάνω τους αποφασισμένος να την υπερασπιστεί με την ίδια του τη ζωή. Μέσα στα λίγα πολύτιμα δευτερόλεπτα που της χαρίστηκαν, προσπάθησε να τους  ξεφύγει μα τελικά δεν κατάφερε να γλιτώσει από τα πλοκάμια του ενός που την σήκωσαν στον αέρα.  Και τότε,  έγινε κάτι εκπληκτικό.  Ένα εκτυφλωτικό φως υψώθηκε στον ουρανό και στη θέση του λευκού σκύλου εμφανίστηκε μία απόκοσμη οντότητα  με φλεγόμενη λόγχη  και πύρινα μάτια. Το σώμα της που διατηρούσε τις αναλογίες ενός ψηλού άνδρα ήταν φωτεινό και σχεδόν διάφανο.  Μπροστά στα αποσβολωμένα μάτια της Τζένης εξελίχθηκε μία βιβλική μάχη σαν να βρίσκονταν σε αναμέτρηση ο ουρανός και η κόλαση. Με το ξίφος της η οντότητα έκοβε τα πλοκάμια των τερατόμορφων ένα  ένα κι από τις πληγές τους έτρεχε μαύρη κοχλάζουσα πίσσα. Η υπεροχή της οντότητας  ήταν αδιαμφισβήτητη σαν να υπήρχε κάποιο είδος ιεραρχίας ανάμεσά τους. Φανερά αποδυναμωμένοι οι τερατόμορφοι συρρικνώθηκαν  σχεδόν στα δύο τρίτα του αρχικού τους μεγέθους και έπεσαν στα πόδια της εκλιπαρώντας την στη δικιά τους γλώσσα για έλεος . Με ένα τελευταίο χτύπημα της λόγχης της , το έδαφος  άνοιξε στα δύο κάτω από τα πόδια τους και τα αποκρουστικά πλάσματα χάθηκαν μέσα.                                                                                                                                                                              
Τα λιγοστά λεπτά  γαλήνης που ακολούθησαν  ήταν σαν κλεμμένα ρόδα  από τον παράδεισο. Η βροχή κόπασε και το στερέωμα γέμισε ξανά με λαμπερά αστέρια. Ένα ζεστό αεράκι στέγνωσε το μουσκεμένο χώμα κι άπλωσε παντού τις ευωδιές της εξοχής. Η οντότητα πλησίασε την Τζένη και την σήκωσε στην αέρινη αγκαλιά της  διώχνοντας μακριά και το τελευταίο απομεινάρι τρόμου… Την έβαλε πίσω στο αυτοκίνητο κι εκείνη  πήρε την όψη θνητού άνδρα και κάθισε στη διπλανή θέση σα να ήταν ακόμα εκείνος ο αξιολάτρευτος λευκός σκύλος.  Εντός ολίγου, οι ρόδες του αυτοκινήτου έτρεχαν πάνω στην εθνική οδό. Η Τζένη, γεμάτη χαρά και ανακούφιση γύρισε να ευχαριστήσει τον φύλακα άγγελό της,  μα εκείνος είχε εξαφανιστεί. Κοίταξε στο κοντέρ το ρολόι  και η ώρα έδειχνε επτά και τέταρτο, όσο θα έδειχνε δηλαδή, αν δεν είχε βρει εκείνο το δέντρο στο δρόμο της…

(τα πνευματικά δικαιώματα είναι κατοχυρωμένα.)  



Show Comments: OR

18 σχόλια:

  1. Πολύ περιγραφικό, ευτυχως όλα καλά!
    Φιλια πολλά
    Καλή μας εβδομάδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αριάδνη σ ευχαριστώ πολύ για το χρόνο που αφιέρωσες! Με σκλάβωσες καλή μου! Να είμαστε καλά και όμορφα!

      Διαγραφή
  2. Ούπς! Σκέτο θρίλερ. Πολλά μεταφυσικά μαζεύτηκαν, μας απογείωσαν και μας άφησαν μετά στη γη.
    Και ο σκύλος; Τι απέγινε; Όνειρο κι αυτός;
    Δεν τα λες όλα...
    :))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ο σκύλος ήταν ο φύλακας άγγελος που την έσωσε στο τέλος. Μπορεί να ήταν και όνειρο μπορεί και όχι. Άγγελος Κυρίου ήταν αυτός ότι ήθελε έκανε. Ο τρόμος όμως του να πρέπει να ταξιδέψεις μετά τη δουλειά μέσα στα σκοτάδια και τη βροχή και τους ελληνικούς δρόμους είναι αληθινός. Σ ευχαριστώ που το διάβασες!

      Διαγραφή
  3. !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
    Βυθίστηκα στην αφήγησ!η. Καταπληκτικές εικόνες!
    Δεν θα πω τίποτα γιατί δεν μπορώ να το στολίσω τόσο όμορφα όσο η εντύπωση που μου άφησε.
    Υπέροχο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τα συμπαθείς τα μεταφυσικά ή τα βαριέσαι; Κάνω ένα γκάλοπ.

      Διαγραφή
  4. Βρε θηρίο, τι ιστορία ήταν αυτή;;; Θαυμάζω την φαντασία σου και την γραφή σου!!! Διάβαζα συνεπαρμένη, παρόλο που μου το "χάλασες" με το μεταφυσικό :))) Μπράβο Χριστινάκι μου!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. α ωραία αυτό ήθελα να ακούσω αν περπατάει το μεταφυσικό, (αν κι εμένα με ενθουσιάζει) αλλά ότι πει ο κόσμος.

      Διαγραφή
  5. Μου αρέσει κάθε τι με φαντασία, πάντα μου άρεζαν τέτοιες διηγήσεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αλήθεια; Δεν αρέσουν σε όλον το κόσμο οι περιπέτειες φαντασίας.

      Διαγραφή
  6. στο'πα .. και στο ξαναλέω.... μη μας στερείς τη γραφή..τη φαντασία..τη μοναδικότητά σου..
    να προχωράς μόνο μπροστά..

    με θαυμασμό!
    τα φιλιά μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δηλαδίς δε μας περάσουνε για τίποτις ψώνια που κουράζουν τον κόσμο ε;;; Αν είναι έτσι να το δουλέψουμε περισσότερο το πράγμα. Θα ανεβάσω κι άλλα πραματάκια να χαιρόμαστε.

      ¨οτι μου λες το κρατάω Ιώ μου το κρατάω και το δουλεύω γιατί έχει μέσα του αγάπη!

      Διαγραφή
  7. Εμένα μεταφυσικά δώσμου!!!! Τέτοια θέλω!!! Δεν φταίω εγώ , ο Πόε φταίει!!!! Αυτός με κακόμαθε!!
    Χριστίνα πολύ γλαφυρή και ζωντανή η περιγραφή σου!! Σαν να βλέπω ταινία!! Ο λευκός σκυλάκος με προμήνυε για σκυλάκος to the rescue κι ήταν εξαιρετική η σκέψη σου!! Μας έβαλες σε πολύ ανατριχιαστική ατμόσφαιρα!! Ειδικά η περιγραφή αυτών των δυο!!!
    Δηλαδή η φίλη σου σαν να ζούσε στη ζώνη του λυκόφως με αυτούς τους δρόμους!!! Ωραία... Τι καλά που δεν έχω δίπλωμα!!! :))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. χα κι εγώ από τον Πόε άρχισα να την πατάω! Ναι τα δρομολόγια του τρόμου της κολλητής μου ήταν μεγάλη έμπνευση! Αφού η κακομοίρα μου έλεγε μετά ,ότι ακριβώς αυτήν την φρίκη έτρωγε στην επιστροφή της από τη δουλειά!

      Διαγραφή
  8. Μμμμ μια ιστορία απ'την κρυπτη!!! Εγώ τώρα ήθελα να διαβάσω κι άλλο.. δεν μου έφτασε τόσο βρε Χριστίνα!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Η περιγραφή συναρπαστική καθώς και η ιστορία.χαίρομαι Χριστίνα μου που κρατάς ψηλά τον πήχυ σ'αυτά που γράφεις και μας δίνεις στιγμές απόλαυσης στο διάβασμα,,,,φιλάκια πολλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Για να σχολιάσετε

Για να σχολιάσετε

thank you

thank you

instagram

Instagram

Μουσαφίριδες

Blogger Widgets