14 Νοεμβρίου 2014

Τα αρχεία του μίσους


Όχι δεν έχω τις μαύρες μου, σας ανεβάζω απλώς τη συμμετοχή μου σε ένα διαγωνισμό με θέμα την ξενοφοβία. Ένα μικρό μεταφυσικό θριλεράκι. (Δεν πήραμε διάκριση αλλά δε μας χαλάει καθόλου)  Όσοι έχετε διάθεση το διαβάζετε.

Τα φιλάκια μου προκαταβολικά και τις σαλονικιότικες βόλτες εδώ: Salonique mon amour



  Περασμένα μεσάνυχτα και ο καφές του είχε κρυώσει. Το γραφείο του ήταν γεμάτο από σκόρπια χαρτιά και σημειώσεις. Τα δάχτυλα των χεριών του είχαν μουδιάσει από την πολύωρη δακτυλογράφηση, ο χρόνος όμως τον πίεζε και δεν είχε πολλά περιθώρια για διάλειμμα. Του απέμεναν εκατό σελίδες ακόμα για να τελειώσει το κείμενο της διατριβής του. Με μια αδέξια κίνηση πήγε να πιάσει την κούπα του καφέ, αλλά εκείνη του γλίστρησε από τα χέρια με αποτέλεσμα να πέσει κάτω και να χυθεί όλο το περιεχόμενο στο χαλί. 
Ο εκνευρισμός που του προκάλεσε αυτό το μικρό ατύχημα ήταν πολύ μεγάλος. Πετάχτηκε όρθιος κλωτσώντας την καρέκλα του και βγάζοντας παράλληλα άναρθρες κραυγές. Ήταν ο έβδομος καφές που κατανάλωνε για σήμερα και το ήδη κλονισμένο νευρικό του σύστημα θα κατέρρεε, αν δεν έπινε άμεσα και όγδοο. Το ενδεχόμενο να ξαπλώσει για να ξεκουραστεί το απέκλειε τελείως. Η προθεσμία της παρουσίασης έληγε σε λίγες μέρες και η πανεπιστημιακή έδρα που διεκδικούσε ήταν πολύ σημαντική για κείνον. Μέρες ολόκληρες κλεισμένος μέσα στο διαμέρισμά του, δεν έκανε τίποτα άλλο πέρα από το να δουλεύει ακατάπαυστα. Είχε ξεχάσει το φαγητό, τον ύπνο, ακόμα και τους φίλους του. Για κείνον υπήρχε μονάχα η επιθυμία να καρποφορήσει ο κόπος τόσων ετών.
http://ironicna.deviantart.com/art/coffee-138925341

  Στο σημείο του λεκέ, έριξε λίγο νερό και με ένα σφουγγαράκι και μερικές σταγόνες υγρού πιάτων έτριψε καλά μέχρι να βεβαιωθεί πως το χαλί είχε καθαρίσει τελείως. Έπειτα, πήγε στην κουζίνα, ξέπλυνε την κούπα του και άρχισε να ετοιμάζει τον όγδοο κατά σειρά. Η διαδικασία της παρασκευής του καφέ ήταν ίσως η μοναδική απόλαυση που επέτρεπε στον εαυτό του. Το χαρμάνι της αρεσκείας του ήταν πάντα αραβικό ψηλοκαβουρδισμένο. Έχοντάς το φυλαγμένο μέσα σε ένα γυάλινο βαζάκι εντός του ψυγείου, κατάφερνε να διατηρήσει για μέρες το φίνο άρωμά του. Χρησιμοποιώντας την κούπα του σαν δοσομετρητή, γέμισε το μπρίκι και το άφησε να ζεσταθεί σε χαμηλή φωτιά στο μάτι της κουζίνας. Πρώτα έριξε μέσα την ζάχαρη κι ανακάτεψε καλά μέχρι να διαλυθεί. Στη συνέχεια με ένα άλλο κουτάλι πρόσθεσε και τον καφέ και ανάδευσε προσεκτικά μέχρι να ομογενοποιηθεί το μίγμα. Όταν τελείωσε η όλη διαδικασία, σκούπισε το κουταλάκι με μια χαρτοπετσέτα, το άφησε σε μια γωνιά  πάνω στον πάγκο και έκατσε υπομονετικά πάνω από την κουζίνα περιμένοντας να φουσκώσει το καϊμάκι.  Αυτό ίσως και να έπαιρνε τρία ως τέσσερα λεπτά, διάστημα που του επέτρεπε να κάνει ένα μικρό ταξίδι, να φύγει από την πραγματικότητα και να επιστρέψει και πάλι πίσω. Μέσα σε αυτά τα λίγα λεπτά, παραδομένος στην παραζάλη της κούρασης, έχανε την αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Τα αντικείμενα γύρω του έμοιαζαν να περιστρέφονται στον αέρα. Τα ντουλάπια της κουζίνας στρέβλωναν υπό παράξενες γωνίες, οι καρέκλες και το τραπέζι αναποδογύριζαν, το πάτωμα από κάτω του υποχωρούσε κι αυτός ανίκανος πλέον να ελέγξει την βαρύτητά του, ένιωθε λες και ένα αόρατο χέρι τον σήκωσε στον αέρα. Στα αυτιά του ηχούσε ένα απόκοσμο βουητό και το κορμί του όλο και ξεμάκραινε από τον υλικό μικρόκοσμό του. Και κάπου εκεί, στην κορύφωση της σύντομης έκστασής του, ακούστηκε ένας μικρός κρότος και ύστερα απλώθηκε σκοτάδι.
 
 Όταν άναψαν και πάλι τα φώτα, το σώμα του βρισκόταν σωριασμένο στα κρύα πλακάκια της κουζίνας και το καϊμάκι παραφουσκωμένο ξεχείλιζε μέσα από το μπρίκι. «Σύντομη διακοπή ρεύματος» σκέφτηκε και το μυαλό πήγε αμέσως στη σταθερή μονάδα του υπολογιστή. Έσβησε αμέσως το μάτι της κουζίνας και έτρεξε να δει αν πειράχτηκαν τα αρχεία του.
http://umerean.deviantart.com/art/The-computer-74564658
 «Καταστροφή!» ούρλιαξε. Το σύστημα του υπολογιστή είχε καταρρεύσει και όλοι οι αποθηκευμένοι φάκελοί του είχαν εξαφανιστεί. Πολύ ανόητο από μέρους του να μην κρατήσει ψηφιακό αντίγραφο των αρχείων. Όλος ο κόπος του πήγε στράφι. Ο θυμός είχε ανέβει σαν θηλιά στο λαιμό που τον έπνιγε. Σα λυσσασμένο σκυλί βγήκε από το σπίτι και ξεχύθηκε στους δρόμους. Το σκοτάδι ήταν πηχτό και όλα ήταν ερημωμένα. Μέσα στη σιγή της νύχτας ακουγόταν μόνο το ποδοβολητό του και η βαριά του ανάσα. Έτρεχε σαν δαιμονισμένος ξεσηκώνοντας στο πέρασμά του όλα τα αδέσποτα σκυλιά που τον έβλεπαν σαν απειλή. Μέσα σε μισή ώρα είχε διανύσει πάνω από τέσσερα χιλιόμετρα. Η παραφροσύνη του τον είχε οδηγήσει πολύ μακριά από το σπίτι του, σε δρόμους πιο κεντρικούς και αφιλόξενους. 

Ξεθεωμένος πια από την τρελή του κούρσα και την οργή να βράζει ακόμα στο στήθος του, σωριάστηκε στο κατώφλι ενός κτιρίου. Έμεινε εκεί για κάμποσα λεπτά ασάλευτος, κοιτάζοντας το κενό, με όλες τις εγκεφαλικές λειτουργίες του μπλοκαρισμένες. Πίσω του, ορθωνόταν σαν ίσκιος βαρύς, ένα γκρίζο κι εχθρικό μέγαρο, τόσο ψηλό που έκρυβε και τα τελευταία τετραγωνικά ουρανού της μεγαλούπολης. Όταν συνήλθε έριξε μια ματιά γύρω του για να βρει τον προσανατολισμό του. Βρισκόταν σε ένα στενό που ομολογουμένως δεν είχε επισκεφτεί άλλη φορά. Ένα στενό του οποίου την ύπαρξη μάλιστα, αγνοούσε παντελώς. Όχι γιατί δεν γνώριζε καλά την περιοχή, αλλά, γιατί ήταν ένα από αυτά τα απρόσωπα σημεία της πόλης που αν δεν σε φέρει κάποια δουλειά εκεί, δεν μπαίνεις καν στον κόπο να γυρίσεις να τα κοιτάξεις. Και τώρα που τα βήματά του τον είχαν οδηγήσει εκεί, στεκόταν μπροστά σε μία συμπαγή μάζα από μπετόν, που έμοιαζε περισσότερο με φυλακή παρά με κανονικό κτίριο. Στο ισόγειό του, υπήρχε μια μεγάλη στοά που φιλοξενούσε λογής, λογής μικρά άχαρα καταστήματα, ενεχυροδανειστήρια ως επί το πλείστον, ενώ οι αναρτημένες πινακίδες της εισόδου ήταν γεμάτες από επωνυμίες εταιριών και δικηγορικών γραφείων. Από την κακοσυντήρηση της οικοδομής κατάλαβε πως οι επιχειρήσεις που στεγάζονταν εκεί, δεν πρέπει να είχαν και το καλύτερο προφίλ. Οι τοίχοι είχαν πιάσει ένα παχύ στρώμα σκόνης και γλίτσας, τα πλακάκια του δαπέδου ήταν γεμάτα ρωγμές και λεκέδες, ενώ από το εσωτερικό της στοάς αναδυόταν μια ανυπόφορη δυσοσμία ούρων. Εκτός όμως από το κομμάτι της υγιεινής που αναμφισβήτητα του προκαλούσε μεγάλη ναυτία, υπήρχε και κάτι ακόμα πιο ειδεχθές. Ήταν η αιωρούμενη αίσθηση πως μια αόρατη σκοτεινή ενέργεια είχε καταλάβει τον χώρο, δίνοντάς του μια ισχυρή αρνητική υπόσταση, σχεδόν δαιμονική. Βαθιά μέσα του ένιωσε πως σε τούτο το μέρος είχαν διαπραχθεί πολλές αξιόποινες πράξεις. Παράνομες συναλλαγές, κομπίνες, συμπλοκές και γιατί όχι, ακόμα και φόνοι… Δεν χωρούσε αμφιβολία πως όλη αυτή η συσσωρευμένη οργή και η αρνητικότητα που τον κατέκλυζε εκείνη την νύχτα, λειτούργησε σαν μια ισχυρή ελκτική δύναμη που τον τράβηξε προς τα εκεί. Σαν να συντονίστηκε μαζί του το κακό και να τον προσκάλεσε σε μια βραδινή συνάντηση.
 
http://anthonypresley.deviantart.com/art/Le-Nocturne-de-Memphis-201554744
  Είχαν περάσει κάμποσα λεπτά, χωρίς να ξέρει, αν ήθελε να μείνει ή να φύγει. Η λογική του, του έλεγε να απομακρυνθεί και να πάρει το δρόμο της επιστροφής, η περιέργειά του όμως τον κρατούσε ακόμα εκεί. Ήταν μόνος και γύρω του δεν υπήρχε ψυχή. Η ατμόσφαιρα επιβλητική και επιθετική ταυτόχρονα. Η γοητεία που του ασκούσε το μυστήριο μεθυστική. Για κάποιο λόγο ένιωθε πως ήθελε απόψε να συνευρεθεί με ό,τι πιο σκοτεινό έκρυβε μέσα του. Από καιρό αισθανόταν σαν ξενιστής που κουβαλούσε πάνω του ένα παράσιτο που τρεφόταν από την δίψα του για καταξίωση και επιτυχία. Κι αυτή η κενοδοξία τον είχε μετατρέψει σε ένα μαινόμενο θηρίο. Τη στιγμή που έχασε τα αρχεία του, το μίσος που ένιωσε δεν μπορούσε να συγκριθεί με κανένα άλλο συναίσθημα. Ένα μίσος όμως που δεν μπορούσε να έχει άμεσο αποδέκτη. Ποιον θα μπορούσε να κατηγορήσει; Το εργοστάσιο ηλεκτροδότησης; Τη μονάδα του υπολογιστή του; Τον εαυτό του; Την τύχη του; Τη μοίρα του; Το κακό μάτι των ανταγωνιστών του; Τον Θεό; Ποιον; Το μίσος του λοιπόν ήταν απρόσωπο και αυτό το έκανε πιο ορμητικό και επικίνδυνο.
  
 Έτσι όπως κοντοστεκόταν στο πλατύσκαλο της οικοδομής, έχασε για λίγο την ισορροπία του και παραπατώντας σκόνταψε σε μία σωρό από απορρίμματα. Αυτά που θεωρούσε αρχικώς σαν σκουπίδια δεν ήταν τίποτα άλλο από το πρόχειρο κατάλυμα ενός αστέγου. Δυο τρία χαρτόκουτα, μερικά ρετάλια και ένα κομμάτι τσαλακωμένο νάιλον. Ο θόρυβος που προκάλεσε από το στραβοπάτημά του, αντήχησε σε όλη τη στοά τόσο δυνατά που τρόμαξε ακόμα και ο ίδιος. Από ό,τι φάνηκε όμως, δεν ήταν ο μόνος που τρόμαξε από αυτόν τον ήχο. Από το βάθος της στοάς είδε να ξεπροβάλει η φιγούρα ενός άνδρα του οποίου την παρουσία δεν είχε αντιληφθεί. «Τι θέλει τώρα αυτός;» μονολόγησε. Σαν πρώτη σκέψη υπέθεσε πως ίσως τελικά το κτίριο να είχε κάποιο φύλακα, γρήγορα όμως διαπίστωσε, πως ο άγνωστος αυτός άνδρας ήταν ο ιδιοκτήτης του υπαίθριου «ξενοδοχείου»  που μόλις είχε ξεστήσει. Μέσα στο μισοσκόταδο, μόλις που κατάφερε να ξεχωρίσει τα χαρακτηριστικά του. Ήταν ένας μελαμψός μεσήλικας με ανάκατα μαλλιά και βρώμικα ρούχα. Με βήμα αργό και κουρασμένο πλησίασε προς το μέρος του με τον αέρα του απελπισμένου ανθρώπου που δεν είχε τίποτα να χάσει. Είπε δυο τρεις κουβέντες σε σπασμένα αγγλικά κι άπλωσε τα χέρια του ικετευτικά. Δεν είχε βρεθεί ποτέ του ξανά τόσο κοντά με κάποιον μετανάστη. Το ήξερε πως έπρεπε να φύγει, αλλά το σώμα του δεν υπάκουε, αντίθετα η αδρεναλίνη του ανέβαινε και το ένστικτό του τον προέτρεπε να αμυνθεί. Ένας Θεός ήξερε, ένας απελπισμένος άνθρωπος σαν κι αυτόν, τι είδους πράγματα ήταν ικανός να κάνει. Με την άκρη του ματιού του εντόπισε έναν κάδο ανακύκλωσης λίγα μέτρα πιο πέρα. Πλάι στον κάδο ήταν αφημένη μία σπασμένη αλουμινένια καρέκλα. Κι ενώ ο ξένος συνέχιζε να πλησιάζει προς το μέρος του παρακλητικά, εκείνος πήγαινε προς τα πίσω κρατώντας αποστάσεις ασφαλείας. Όταν ο ξένος βγήκε στο φεγγαρόφωτο, το πρόσωπό του αποκαλύφθηκε στο ημίφως. Το σκούρο δέρμα του ήταν σκαμμένο, τα γένια του ήταν μακριά και τα μάτια του, που ήταν κεχριμπαρένια, γυάλιζαν από τις κακουχίες, δίνοντάς του όψη άγρια και απειλητική. Ήταν δύσκολο να προσδιορίσει τις προθέσεις αυτού του ανθρώπου, αλλά η όψη του και μόνο του γεννούσε αποστροφή. Ο μελοδραματικός τόνος της φωνής του δεν ήταν ικανός να τον ξεγελάσει. Το έβλεπε στα μάτια του πως τον κοιτούσε ανιχνευτικά, μήπως και εντοπίσει κάποιο αντικείμενο αξίας πάνω του. Πέρα από τα κλειδιά του δεν είχε πάρει τίποτα άλλο μαζί του. Τα κίτρινα μάτια του ξένου, συνέχιζαν να τον περιεργάζονται, μέχρι που έπεσαν πάνω στο ρολόι που φορούσε στον ένα του καρπό. Εκείνη τη στιγμή, εντελώς μηχανικά γύρισε τα κλειδιά του ανάποδα μέσα στην χούφτα του, με την αιχμηρή τους μύτη να κοιτάει προς τα έξω. Δύο βήματα του ξένου ακόμα και μετά όλα διαδραματίστηκαν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Το σώμα του αντέδρασε σπασμωδικά και πριν καλά, καλά προφτάσει ο ξένος να του ακουμπήσει το ρολόι, εκείνος του κατάφερε μια γροθιά με το χέρι που κρατούσε τα κλειδιά. Μα και πάλι δεν το έβαλε στα πόδια. Δεν έτρεξε να απομακρυνθεί από το σημείο. Αντίθετα, φουσκωμένος από ηδονή που επιτέλους το μίσος του βρήκε αποδέκτη, άρπαξε τη σπασμένη καρέκλα και την έσκασε με δύναμη πάνω στο κεφάλι του ξένου που έπεσε στο πεζοδρόμιο σχεδόν αναίσθητος. Και πάλι όμως εκείνος δεν έφυγε, δεν έφυγε τουλάχιστον μέχρι να αποτελειώσει το έργο του. Το ένα χτύπημα διαδέχθηκε το άλλο μέχρι που το αίμα του άτυχου ανθρώπου έτρεξε σαν ποτάμι και πότισε την άσφαλτο του δρόμου. Τότε και μόνο τότε εκτονώθηκε ο θυμός που έκρυβε μέσα του και ξέχασε την ατυχία του που του είχε συμβεί λίγη ώρα πιο πριν. Τώρα πια το νεκρό σώμα το έβλεπε με συμπάθεια. 

Το επόμενο πρωί θα ερχόταν η αστυνομία να  μαζέψει το πτώμα αποδίδοντας τον θάνατο του αλλοδαπού σε κάποια συμπλοκή. Ακόμα κι έτσι να μην ήταν όμως, πάλι δεν θα υπήρχε κανένας να αναζητήσει τον δολοφόνο. Αυτός ο ξένος ήταν ανώνυμος. Ένας ακόμα παράνομος που ξεβράστηκε σε κάποια παραλία. Ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα και προορισμό, χωρίς οικογένεια να τον γυρέψει, ένας εξαθλιωμένος παρίας, που του έκανε τη μεγάλη χάρη να τον απαλλάξει από την αξιοθρήνητη ύπαρξή του και να απελευθερώσει την ψυχή του από τα δεσμά της κακοτυχίας του…
   
http://anthonypresley.deviantart.com/art/A-Midspring-Night-s-Dream-201721920
Με αυτές τις σκέψεις πήρε νηφάλιος πια, τον δρόμο της επιστροφής. Δεν έτρεχε πλέον, μονάχα απολάμβανε το πρώτο δροσερό αεράκι της αυγής να του φυσάει το πρόσωπο. Η σκέψη του καθαρή σαν τον πρωινό ουρανό και η θέλησή του ζωηρή σαν τον ήλιο. Η κούραση του είχε φύγει. Ρωμαλέος και αποφασισμένος να διορθώσει τη ζημιά που είχε προκαλέσει η διακοπή ρεύματος, επέστρεψε σπίτι για να χωθεί με τα μούτρα στη δουλεία. Το συμβάν είχε σβηστεί από το μυαλό του. Εξάλλου βρισκόταν σε νόμιμη άμυνα! Ποιος άλλωστε θα μπορούσε να τον διαβεβαιώσει ότι δεν θα βρισκόταν αυτός σκοτωμένος στη θέση του νεκρού;

Γύρισε το κλειδί στην πόρτα και πήγε κατευθείαν στο μπάνιο. Πέταξε στα σκουπίδια τα ρούχα που φορούσε και χώθηκε κάτω από την ντουζιέρα ξεπλένοντας με καυτό νερό τη βρωμιά που είχε κολλήσει πάνω του. Αφού σκουπίστηκε με μια καθαρή πετσέτα, φόρεσε μια λευκή φόρμα και πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει τον πρώτο καφέ της καινούριας ημέρας. Μέτρησε με την κούπα το νερό και το έβαλε να ζεσταθεί στη φωτιά. Πήρε το βάζο με τη ζάχαρη και μέτρησε μια κοφτή κουταλιά. Την έριξε στο νερό και ανακάτεψε καλά μέχρι να διαλυθεί τελείως. Ύστερα πήρε και τον καφέ και έριξε δυο γεμάτες κουταλιές με διαφορετικό κουταλάκι. Ανακάτεψε καλά, καλά με τη φορά των δεικτών του ρολογιού και όταν το μείγμα έγινε ομοιόμορφο, το άφησε να βράσει. Σκούπισε το κουταλάκι με μια καθαρή χαρτοπετσέτα και το ακούμπησε πάνω στον πάγκο της κουζίνας για να το χρησιμοποιήσει αργότερα. Έσκυψε ήσυχα πάνω από το μπρίκι και περίμενε υπομονετικά να φουσκώσει το καϊμάκι. Το πρώτο λεπτό πέρασε μάλλον αδιάφορα, στο δεύτερο άρχισε δειλά, δειλά να ζαλίζεται, στο τρίτο είχε απογειωθεί για τα καλά. Ένιωθε το σώμα του να γίνεται ελαφρύ σαν πούπουλο που το παίρνει ο άνεμος. Παραδομένος στη νέα αυτή έκσταση, αφέθηκε στο ταξίδι της σιωπής. Με χέρια ανοιχτά προς τον ουρανό και  κεφάλι γερμένο προς τα πίσω άρχισε να περιστρέφεται γύρω από τον άξονά του με σταθερή επιτάχυνσή μέχρις ότου να εξαϋλωθεί τελείως. Πίσω του έμενε ο υλικός του εαυτός να περιμένει πάνω από το αναμμένο μάτι της κουζίνας.
 
  Το καϊμάκι είχε προλάβει να φουσκώσει και ο καφές σερβιρίστηκε στην κούπα. Τη θέση του σταθερού υπολογιστή τώρα, πείρε ένα μικρό εφεδρικό λάπτοπ.  Η διατριβή άρχισε να δακτυλογραφείται από την αρχή. Δεν υπήρχε κούραση, δεν υπήρχε πόνος ούτε αγωνία, μονάχα όρεξη για δουλειά. Ήξερε βαθιά μέσα του πως η ψυχή που απελευθερώθηκε σε κείνο το στενό,  ήταν η δική του και η βρωμιά που τόσο τον αηδίαζε κι αυτή δική του ήταν. Ίσως να μην υπήρχε ένας άγνωστος στο κτίριο, ίσως να πάλευε με τον εαυτό του. Ίσως πάλι να τον καταδίωκε και το φάντασμα της εμμονής του. Τώρα όμως ήξερε καλά, πως μπορεί και να έχανε την έδρα του στο πανεπιστήμιο, αλλά ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που δεν τον ένοιαζε πια τίποτα…





Show Comments: OR

21 σχόλια:

  1. Και τη διάθεση είχα να το διαβάσω και τελειώνοντας αναρωτήθηκα γιατί δεν διακρίθηκε...
    Μου άρεσε πολύ η γραφή σου, μου άρεσε που... αγχώθηκα και θύμωσα και "έβραζα" όσο κι ο ήρωάς σου! Μου άρεσε που βρέθηκα σ' εκείνο το (καθ' όλα) δυσάρεστο στενό! Μου άρεσε επειδή με μετέφερες εκεί και "το έζησα"!!!

    [Άσχετο, αλλά στο σημείο με την άσπρη φόρμα μού θύμισε Dexter!!!]

    Πολύ πολύ καλό, πολλά εύγε Ανδρομέδα μου!
    Σε φιλώ! ❤

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ ευχαριστώ τόσο πολύ που έκανες τον κόπο να το διαβάσεις. Ο διαγωνισμός είχε πάρα πολλές συμμετοχές, πάνω από 1000 και ο κάθε συμμετέχον έπρεπε να βαθμολογήσει μία ομάδα 46 άλλων ιστοριών μέσα σε ένα μικρό σχετικά διάστημα. Οπότε λίγο να έπαιξαν κάποιοι λόττο, λίγο να μαυρίσανε κάποια ανταγωνιστικά κείμενα.. Συμβαίνουν αυτά. : ))

      Να σαι καλά Ρούλα μου!!!

      Διαγραφή
  2. Κάπως διαφορετική τη φανταζόμουν την ιστορία, όταν την ξεκίνησα, αλλά με εξέπληξες ευχάριστα!
    Αυτός ο θυμός, η οργή, το μίσος που μαζεύεται λίγο-λίγο, κέθε μέρα και κακατακλύζει τους ανθρώπους μια στιγμή...
    Τρομαχτικό, αληθινό...

    Πολλά φιλιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ναι αυτό το λίγο λίγο που δουλεύει αθριστικά μέσα μας και που αν το ταίσουμε και το ενισχύσουμε μας κάνει καθάρματα από τη μια στιγμή στην άλλη.

      Σ ευχαριστώ για τον κόπο σου καλή μου! Να είσαι πάντα καλά!

      Διαγραφή
  3. Ουπς! Τι ν' τούτο;
    Δολοφονούμε, ρίχνουμε ένα ντουζάκι, πίνουμε δυο γουλιές καφέ και καθόμαστε ήρεμοι και αποφασισμένοι να γράψουμε στο λάπτοπ; Η απόγνωση που χάθηκαν όλα του έφυγε επειδή έκανε φόνο;
    Εκτός και αν όλα έγιναν στο μυαλό του μετά την διακοπή ρεύματος και την πτώση στο πάτωμα
    Μήπως στ' αλήθεια ο πρωταγωνιστής είναι βαρεμένος;
    (εύχομαι κυριολεκτικά και όχι μεταφορικά)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. χαχαχα Ναι καλά ψυχώ ήταν το άτομο. Είχε εμμονή να πάρει την έδρα και έπαθε νευρικό κλονισμό από τους πολλούς καφέδες και το ξενύχτι. Κι εκεί που πήγε στο στενό τα περισσότερα τα φαντάστηκε, τουλάχιστον το φονικό, αλλά το σοκ του το έπαθε. Συνειδητοποίησε οτι το παράκανε με τις εμμονές σου και γύρισε στο σπίτι άνθρωπος. Αλλά σαν σκέψη η επιθυμία να ξεσπάσει πάνω σε έναν αθώο υπήρχε.
      Η ουσία είναι η παράνοια που πιάνει τους ανθρώπους όταν τρώνε γερά κολλήματα στη ζωή τους.

      Διαγραφή
  4. Τι ωραία που γράφεις Χριστινάκι!!! Με κρατάς, από την πρώτη μέχρι την τελευταία σου λέξη, δυνατά!!! Να ΄σαι καλά κοριτσάκι μου! Σε φιλώ πολύ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα Ειρηνάκι μου!!!!!! Σ ευχαριστώ τόσο πολύ για το χρόνο σου. μα τόσο πολύ!!!!

      Διαγραφή
  5. καλημερα! συγχαρητηρια για την συμμετοχη σου! καλο σκ να εχεις! φιλακια πολλα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Και γω αναρωτιέμαι γιατι δεν διακρίθηκε. Δεν πειράζει, εμείς να ειμαστε καλά φιλενάδα, εισαι ταλαντούχο πλάσμα και θα ρθει και η σειρα σου!
    Καλη συνέχεια στη μερα μας!
    Φιλιά :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. :))) έτσί! Γεροί να μαστε κι όλα έρχονται! Καλή σου Κυριακή ζουζούνα!!!!!!!!

      Διαγραφή
  7. Ω! Πολύ καλό το θριλεράκι!
    Εύγε Χριστίνα Ανδρομέδα!
    Αλλά και τα Χριστουγεννιάτικα άσματα που έβαλες στο βλογ σου, άψογα!
    Ξανά εύγε Χριστίνα Ανδρομέδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αθηνιώ μου σ ευχαριστώ πάρα πολύ για το χρόνο σου!!! Να είσαι καλα!!!!!!!!!!

      Διαγραφή
  8. Πιο πολύ απ'όλα στη γραφή σου μου άρεσε η εικόνα με τον καφέ που ετοιμάζεται.Τόσο παραστατική... που έβλεπα πραγματικά τον καφέ να φουσκώνει στο μπρίκι.Καλό βράδυ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ ευχαριστώ Αλέκα μου για τον κόπο σου. Ο καφές ήταν πραγματικά η αφορμή! Καλή συνέχεια καλή μου!

      Διαγραφή
  9. ....αφέθηκε στο ταξίδι της σιωπής.....πίσω του έμενε ο υλικός του εαυτός να περιμένει πάνω από το αναμμένο μάτι της κουζίνας.... Ίσως να μην υπήρχε ένας άγνωστος στο κτίριο, ίσως να πάλευε με τον εαυτό του. Ίσως πάλι να τον καταδίωκε και το φάντασμα της εμμονής του....νομίζω ότι είναι η κεντρική ιδέα και το μήνυμα που θέλεις να περάσεις,σ'αυτές τις προτάσεις ,Ανδρομέδα μου ,καλογραμμένο και παραστατικό το γραπτό σου μπράβο σου για όλη αυτή την γραφή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πολύ χαίρομαι που στο μετέδωσα! Σ ευχαριστώ Μαρία μου που το διάβασες! Να έχεις μια υπέροχη μέρα γεμάτη από τις ομορφιές σου!!!

      Διαγραφή
  10. Μα γιατί δεν διακρίθηκε, πόσο πόσο κρίμα. Γιατί ήταν υπέροχη η γραφή σου, η εξέλιξη της ιστορίας σου, η δόμηση του χαρακτήρα και μας πήρες από το χέρι από την αρχή και συναισθηματικά μας πήγες βήμα, βήμα, τα αισθανθήκαμε όλα. Ήσουν υπέροχη.
    Σε καλημερίζω και σε γλυκοφιλώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γεια σου Μαρινάκι μου! Ήταν πολλές οι συμμετοχές, ποιος να πρωτοπρολάβει. :)) Δεν έχει σημασία, βρήκε τη θέση του εδώ πέρα. Καλή σου μέρα καλό μου χριστουγεννιάτικο κορίτσι!

      Διαγραφή
  11. Στα αλήθεια κρίμα που δεν διακρίθηκε Χριστίνα μου!! Μπορεί να θελαν κάτι πιο αμιγώς κοινωνικό λόγω του θέματος!! Αλλά και πάλι καλό είναι να δίνουν ευκαιρίες και σε διαφορετικές οπτικές του θέματος!! Το απόλαυσα μέχρι τέλους το θρίλερ σου!!
    μου άρεσε πολύ η ιεροτελεστία του καφέ!! Η μόνη φορά που είχε λογική και συνοχή η σκέψη του!! Μας μετέδωσες τον μπερδεμένο ψυχισμό του, τον εμμονικό του χαρακτήρα, την δίψα του για διάκριση!!
    Keep writing Χριστίνα μου!! Το χεις!!! Σε φιλώ γλυκά και καλή ξεκούραση να χεις!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Για να σχολιάσετε

Για να σχολιάσετε

thank you

thank you

instagram

Instagram

Μουσαφίριδες

Blogger Widgets