31 Μαρτίου 2014

Το σκυλί κάτω από το χαλί


  Αυτό που βλέπετε είναι το σκυλί μου η Roxy, οι συστάσεις για την αφεντομουτσουνάρα της είχαν γίνει παλαιότερα εδώ. Η κυρία καλοπερασάκιας, πέρα του ότι θέλει να κοιμάται μόνο στα μαλακά, εξού και το περτικαλί  στρωματάκι, θέλει να κοιμάται και στα ζεστά, γι αυτό και η γωνιά της είναι δίπλα στο καλοριφέρ, αλλά θέλει να κοιμάται και στα σκοτεινά παρακαλώ. Κι επειδή δεν παίζει να σβήνω τα φώτα για την πάρτη της, κάνει αυτήν την αυτοσχέδια πατέντα και χώνει τη μούρη της κάτω από το χαλί. Κατά τα άλλα τις υπόλοιπες ώρες που δεν κοιμάται μπορεί να ισοπεδώσει όλο το σύμπαν. Ξέρω στη φωτογραφία φαίνεται αξιολάτρευτη, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια επίμονη εκμεταλλεύτρια... 


29 Μαρτίου 2014

Σκύλος ή φύλακας άγγελος;



Θα θέλα πολλοί περισσότεροι άνθρωποι να καταλάβουν επιτέλους την αξία και την ομορφιά των σκύλων και των υπόλοιπων ζώων. Θα θελα να μαλακώσουν τις καρδιές τους και να προσφέρουν λίγη τρυφερότητα στα πιο καλόψυχα πλάσματα αυτoύ του πλανήτη που κατοικούμε. Αν γίνει αυτό, πιστεύω θα φτιάξουν πολλά πράγματα στις ζωές μας...

Όλγα



link

 Η Όλγα είναι ένα κορίτσι που μόλις έχει πατήσει τα τριάντα. Δεν έχει σπουδάσει κάτι, ούτε έχει δουλέψει ποτέ στη ζωή της. Ίσως να μην τελείωσε καλά, καλά και το σχολείο. Την γνώρισα πριν μερικά χρόνια όταν ήρθε να μείνει στην παλιά μου γειτονιά στην Άνω πόλη. Τα σπίτια μας ήταν σχεδόν αντικριστά. Κάθε φορά που έβγαινα στο δρόμο εκείνη με έβλεπε από το μπαλκονάκι της και φώναζε δυνατά: «Γεια σου Χριστίνα! Σ’ αγαπώ πολύ.» , «Γεια σου Όλγα μου! Κι εγώ σ’ αγαπώ!» της απαντούσα και πήγαινα στις δουλειές μου. 

 Καμιά φορά όταν έβγαινε κι εκείνη για τον περίπατό της, καθόμασταν στη γειτονιά και τα λέγαμε. Η άρθρωσή της ήταν πάντα λίγο ψευδή και πολλές φορές μου έπαιρνε λίγη ώρα για να την καταλάβω. Η αγαπημένη της συνήθεια ήταν να αγοράζει περιοδικά και να τρώει σοκολάτες και γαριδάκια. Αγόραζε περιοδικά μόδας για να χαζεύει τις φωτογραφίες με τις ωραίες κοπέλες που φορούσαν όμορφα φορέματα. «Τι όμορφη που είσαι κι εσύ Χριστίνα» μου έλεγε, μόνο που η Όλγα τους έβλεπε όλους τους ανθρώπους όμορφους. Αυτό ήταν το μεγάλο της χάρισμα. Κάθε φορά που συναντιόμασταν, με έπαιρνε στην αγκαλιά της και με έσφιγγε μέχρι να σκάσω. Ήταν πολύ δυνατή η Όλγα και ιδιαίτερα ευτραφής. «Σ’ αγαπώ πολύ Χριστίνα και να μην στεναχωριέσαι για τίποτα! Όλα θα πάνε καλά, θα το δεις! Εγώ το ξέρω. Όλα θα πάνε καλά!» Αυτό μου το έλεγε συνέχεια, ακόμα κι όταν δεν υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος  λόγος. 
 
link
Τις μέρες που δεν ήταν καλά η Όλγα δεν μιλούσε πολύ. Η αγκαλιά της ήταν πιο ασθενική και η φωνή της πιο υποτονική. «Μη μου μιλάς σήμερα πολύ Χριστίνα γιατί τα κορίτσια είπαν πως δεν είμαι καλά… Σήμερα είμαι επικίνδυνη.» μου έδινε ένα πεταχτό φιλί και κατηφόριζε για το πάρκο, να πάρει τον αέρα της. Όταν επέστρεφε, έλεγε κάποιες ασυναρτησίες. Είχε πολλές εμμονές και ψυχώσεις η Όλγα, κυρίως για πρόσωπα της τηλεόρασης που μεσουρανούσαν τη δεκαετία του 90. Προφανώς θα είχε γίνει κάτι πολύ σημαδιακό στη ζωή της τότε. Μια μέρα μου είχε πει πώς την είχε παρενοχλήσει ένας πολύ γνωστός παρουσιαστής και μου ζήτησε να το κρατήσω μυστικό. 

 Παρόλο όμως που τα δικά της τα θέματα τα μπέρδευε πολύ, τα δικά μου νέα τα θυμόταν όλα ένα προς ένα. Αν και δεν της έλεγα πολλές λεπτομέρειες, εκείνη τα συγκρατούσε πάντα στο μυαλό της και τα έβαζε σε μία σειρά. Ήξερε πως ζοριζόμουν με τις σπουδές μου και μου έλεγε να μην στεναχωριέμαι με το διάβασμα. Ήξερε πως είχα φύγει από το σπίτι και έστελνε πάντα χαιρετίσματα και ευχές στον άντρα μου. Ήξερε πράγματα που με μεγάλη επιμέλεια και αγάπη τα μνημόνευε.
 
link
 Η καλύτερή της μέρα ήταν όταν πήγαινε να δει την μητέρα της. Η μητέρα της ήταν μόνιμη τρόφιμος του ψυχιατρείου της Σταυρούπολης. Η Όλγα δεν κατάλαβε ποτέ πως ή μητέρα της ήταν άρρωστη. Πάντα μου έλεγε με πολύ μεγάλη φυσικότητα πως η μαμά της μένει απλά εκεί. «Η μαμά μου μένει στο νοσοκομείο στην Σταυρούπολη και σήμερα με αφήσανε να πάω να τη δω.» Η Όλγα μένει κι αυτή σε έναν μικρό ξενώνα για άτομα με ψυχικές ασθένειες. Παίρνει μια μικρή αναπηρική σύνταξη, την οποία την ξοδεύει όλη σε τσιγάρα, περιοδικά και σοκολάτες. Η διάγνωσή της λέει πως πάσχει από σχιζοφρένεια, κάτι σαν αυτό που είχε ο Russell Crowe  στο ‘Ενας υπέροχος άνθρωπος. Δεν ξέρει αν πολλά από αυτά που ζει μέσα στο μυαλό της είναι αληθινά ή όχι, αλλά όταν πρόκειται για ανθρώπους που αγαπά τα έχει πάντα τετρακόσια και η Όλγα έχει πολύ δυνατό ένστικτο και μπορεί να αναγνωρίζει τους καλούς ανθρώπους από μίλια μακριά.

 Πέρασαν αρκετούτσικοι μήνες από την τελευταία φορά που είδα την Όλγα.  Λίγο, οι υποχρεώσεις, λίγο τα προβλήματα και η απόσταση με απορρόφησαν για τα καλά. Σήμερα όμως την μνημόνευσα και ξέρω πώς έχω έναν πολύ σοβαρό λόγο για να επισκεφτώ στο άμεσο μέλλον την παλιά μου γειτονιά...

link

28 Μαρτίου 2014

Hipsteria



link
 Το είπαμε πολλές φορές πως οι εποχές που ζούμε είναι πάρα πολύ δύσκολες. Τόσο δύσκολες που πιστεύω πως όλοι μας, λίγο πολύ είμαστε αρκετά ευαισθητοποιημένοι με το πόνο του άλλου. Ήταν μεσημεράκι της προηγούμενης εβδομάδας και καθόμουν ήσυχα σε ένα καφέ στη Ροτόντα. Οι πιτσιρικαρίες ανεβοκατέβαιναν τη Δημητρίου Γούναρη γεμάτες γέλια και χαρές. Και να, κάπου εκεί ανάμεσα στο χαρούμενο πλήθος περπατούσε σκυφτό ένα ταλαιπωρημένο λιπόσαρκο παλικάρι. Μαλλιά σκληρά κι ανάκατα, πλάτη κυρτή από την αδυναμία, βλέμμα απλανές και σκυθρωπό. Μόνος κι έρημος με μια κουρελού για πανωφόρι και μια γενειάδα που έφτανε στο στέρνο. Η καρδιά μου σφίχτηκε καθώς έκανα συνειρμούς περιέργους για το υπόβαθρο αυτού του ανθρώπου. Τι ήταν; Άστεγος περιπλανώμενος; Απόκληρος τουρίστας; Τα μάτια μου καρφώθηκαν επάνω του ανιχνευτικά ψάχνοντας ένα ακόμα στοιχείο που θα με έκανε να βγάλω ένα λογικό συμπέρασμα. 

link
 Τα δευτερόλεπτα έτρεχαν και ο ασθενικός άνδρας πλησίασε. Κοίταξα τα χέρια του να δω μήπως κρατούσε κανένα κυπελάκι για ελεημοσύνη, αλλά…. κρατούσε iphone!  Μα βέβαια πώς δεν το είχα καταλάβει από την αρχή, ήταν hipster και μάλιστα πολύ προχωρημένος. 

 Μέχρις στιγμής γούσταρα κι εγώ πολύ, τα ρετρό κουρέματα, τις καλοχτενισμένες χωρίστρες, τα κοκάλινα γυαλιά, τα χειροποίητα πλεκτά ζακετάκια. Πολύ ρομαντικό. Καθώς είχα την τύχη να μεγαλώσω με τους παππούδες μου, εξοικειώθηκα από πολύ μικρή ηλικία με τις συνήθειες των παλιών ανθρώπων. Στα δέκα μου ήξερα ήδη να ράβω και να πλέκω, να μαγειρεύω, να εκτρέφω κοτούλες, να φτιάχνω τραχανά και να τραγουδάω τα κανταδόρικα τραγούδια του παλιού γραμμοφώνου. Ήμουν εκεί κάπου στα δέκα όταν έκλαψα παρέα με τον Christian Bail στην επική ταινία, τα παιδιά του Swing και χόρευα μαζί του  το it dont mean a thing if it cannot be swing… Απλές καθημερινές συνήθειες που μέσα σε μια πενταετία, άντε ωχταετία έγιναν το απόλυτο must της σύγχρονης εποχής. 
 
link
 Σίγουρα κάθε γενιά αναζητά το στίγμα της. Κι εγώ με τη σειρά μου έκανα τις στιλιστικές μου ακρότητες και ίσως τις κάνω ακόμα, αλλά είναι αυτό το περισπούδαστο ύφος βρε παιδί μου της αυθάδειας που αγγίζει το όριο της αγένειας. Το έργο το έχουμε ξαναδεί. Οι hipster αγκαλιάζουν το στυλ της χαμένης γενιάς του μεσοπολέμου γιατί πιστεύουν πως η σημερινή μας εποχή μέσα στην παράνοιά της έχει αποτύχει. Κανένας δεν είναι πλέον τόσο ρομαντικός όσο ήταν ο Ernest Hemingway και ο Antoine de Saint-Exupéry. Συμφωνώ και επαυξάνω. Όμως και εκείνη η γενιά του μεσοπολέμου, που είδε τα οράματά της από την παγκόσμια οικονομική κρίση και τον πόλεμο να καταρρέουν, γύρισε κι αυτή αντίστοιχα την πλάτη της στην δικιά της εποχή  και στράφηκε σε αλλοτινές ξεχασμένες αξίες. Στράφηκε σε περιόδους ξεχασμένες και σε πολιτισμούς πρωτόγονους. Ο Picasso, o Matisse ύμνησαν μέσα από την αφαιρετική ζωγραφική τους την τέχνη των άγριων φυλών της Αφρικής. Ο Andre Breton αποκήρυξε την κλασσική παιδεία, ενοχοποιώντας την για την κατάντια της τότε σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας. Τότε ήταν που γεννήθηκαν όλα τα μοντέρνα κινήματα της τέχνης προκειμένου να χλευάσουν  τα παράγωγα ενός αποτυχημένου πολεμόχαρου πολιτισμού. Και τώρα να’ μαστε εμείς, να εξιδανικεύουμε λόγω χρονικής απόστασης τους ανθρώπους εκείνης της εποχής. 

 Κάπου, κάπου το καταλαβαίνω γιατί η ιστορία επαναλαμβάνεται και έχουμε τώρα πολλά περισσότερα κοινά με τη γενιά του 30 παρά με την πρόσφατη γενιά του 90 και του 2000. Όπως τότε που οι άνθρωποι ζούσαν τη μεγάλη φούσκα της χλιδάτης ζωής της δεκαετίας του 20 και μετά προσγειώθηκαν απότομα με το οικονομικό κραχ και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, έτσι κι εμείς πέσαμε από τα σύννεφα. Όπως τότε που ανέβαινε σταδιακά ο φασισμός σε όλη την Ευρώπη, έτσι και τώρα. 


link

 Αν λοιπόν αυτή η ανάγνωση του στυλ της τότε εποχής, εκφράζει την βαθύτερη ανάγκη να διδαχθούμε από τα λάθη της ιστορίας, τότε η σημερινή γενιά των εικοσάριδων και τριαντάριδων θα είναι η εξυπνότερη όλων των εποχών. Αν όμως όλα αυτά έχουν να κάνουν μόνο με έναν ρηχό  εισαγόμενο  μιμητισμό εκ Αμερικής, τότε μόνο χλεύη προς τους παππούδες μας που πολέμησαν στο μέτωπο μπορούν να είναι οι μακριές μας γενειάδες…

27 Μαρτίου 2014

Οικογενειακές ιστορίες



link

 Αν το μήλο πέφτει κάτω από τη μηλιά, σίγουρα το μήλο του πατέρα μου έπεσε ακριβώς μπροστά στα πόδια του. «Είχα έμπνευση παιδί μου και σε έκανα» μου αποκάλυψε και μου είπε ακριβώς την ώρα και τον τόπο που είχε την φαεινή ιδέα να με σκαρώσει. Και να ‘μαι κι εγώ κάπου εδώ στην ηλικία του πατέρα μου, όταν πήρε τη μεγάλη απόφαση να  γίνει γονιός. Θα μου πεις αυτά έρχονται από μόνα τους. Κι όμως το παιδί πρώτα το συλλαμβάνεις στο μυαλό και στην καρδιά. Πρώτα του ανοίγεις δρόμο στη ζωή σου να διαβεί και μετά παίρνεις τηλέφωνο τον πελαργό. 

  Μεγάλος γλεντζές και μποέμης ο πατέρας μου. Πισινό δεν έβαζε κάτω που λέμε. Από πιτσιρικάς μεγαλωμένος στους δρόμους, στα μέσα και στα έξω της Θεσσαλονίκης. Άνθρωπος του κεφιού και της παρέας. Κι από ότι φαίνεται με τον πελαργό τα είχε πολύ καλά μιλημένα γιατί όλα του τα γονίδια τα πέρασε φωτοτυπία σε μένα. Για πολλούς ήταν ο πλέον ακατάλληλος άνθρωπος για να γίνει πατέρας και οι αφορμές που έδωσε και ο ίδιος ήταν πάρα πολλές. Εγώ απλά θα πω πως ήταν ένας άνθρωπος πολύ μπροστά από την εποχή του. Ναι δεν ήταν φτιαγμένος για τη ρουτίνα της οικογενειακής ζωής. Είχε όμως φαντασία κι αντί να πνιγεί μέσα στα στερεότυπα, με πήρε από το χέρι από την κούνια μου ακόμα και με έβγαλε μαζί του στον κόσμο. Στους κάμπους ο πατέρας, στους κάμπους και η κόρη. Στην καφετέρια ο πατέρας,  στην καφετέρια και η κόρη. Στη ντίσκο ο πατέρας, στην ντίσκο και η κόρη. Στη δουλειά ο πετέρας, στη δουλειά και η κόρη. Ακόμα και τώρα ξεκινάμε το πρωί για καφέ και μας πιάνει η νύχτα.  


Προχθές κατηφορίσαμε για βόλτα και περάσαμε από όλες της πλατείες της Θεσσαλονίκης να χαζέψουμε τον κόσμο. Βαριαναστέναζε ο πατέρας, αναπολώντας τα νιάτα του, βαριαναστέναζα κι εγώ αναπολώντας τα πρόσφατα φοιτητικά μου χρόνια.
 
link
-Βρε μπαμπά, πώς ήταν τότε που ήσουν πιτσιρικάς; Άλλαξε τίποτα; Πώς ήταν η πόλη; Πώς ήταν οι άνθρωποι;
-Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Είναι όλα τα ίδια. Σα να μην πέρασε μια μέρα.
-Κι εγώ αυτό νιώθω μπαμπά. Ότι δεν διαφέρω σε τίποτα από τα νεότερα παιδιά. Και ξέρεις κάτι; Πιστεύω πως όλες οι γενιές από το 60 και μετά έχουν ακριβώς τις ίδιες συνήθειες και τις ίδιες εμπειρίες. Μόνο λίγο η τεχνολογία αλλάζει. Αλλά κατά τα άλλα όλοι μα όλοι ζουν τα ίδια πράγματα. Δεν υπάρχει αυτό το χάσμα γενεών που είχαμε με τους ανθρώπους που γεννήθηκαν πριν τον πόλεμο.
-Ακριβώς. Έτσι όπως τα λες είναι.
-Και δε μου λες ρε πατέρα, όταν αναφερόμαστε στην γενιά στην οποία ανήκει ο καθένας μας, εννοούμε την δεκαετία που έχουμε γεννηθεί ή την δεκαετία που έχουμε δεκαωχταρίσει;
-Ε παιδί μου, τη δεκαετία που έχουμε δεκαωχταρίσει. Τότε ζούμε την πνευματική μας γέννηση. Τότε βγαίνουμε στον έξω κόσμο και γινόμαστε κομμάτι του. Τότε βιώνουμε τους πρώτους μεγάλους ενθουσιασμούς και τα πρώτα μας σκιρτήματα. Τότε προσλαμβάνουμε τα δυνατότερα ερεθίσματα που μας σημαδεύουν για πάντα.

link
-Έτσι πιστεύω κι εγώ πατέρα. Αλλά έχω και μια άλλη απορία. Γιατί οι άνθρωποι κολλάνε τόσο πολύ στην πρώτη τους νιότη και ταυτίζονται μονάχα με τα πράγματα που ζήσανε τότε; Γιατί μετά κατεβάζουν ρολά και νιώθουν γερασμένοι; Αφού η ζωή συνεχίζεται κι έρχονται καινούριες εμπειρίες και καινούριες συγκινήσεις.
Ακολούθησε παύση.
-Μήπως γιατί μετά την πρώτη νιότη μπαίνουν σε στερεότυπα και αποτραβιούνται από τον κόσμο; Πέφτουν με τα μούτρα στη δουλειά για να βγάλουν λεφτά και ασχολούνται όλη τη μέρα με τα σχολεία και τα φροντιστήρια των παιδιών. Περνάνε όλη τη μέρα κάνοντας το σοφέρ στα πιτσιρίκια, περιμένοντας πότε θα τελειώσει το μάθημα στα αγγλικά, το μάθημα στο πιάνο, το μάθημα στο καράτε, το μάθημα εδώ, εκεί και παρακεί μέχρι που μια μέρα ξυπνάνε με άσπρα μαλλιά και λένε στα παιδιά τους πως θυσιάστηκαν για χάρη τους. Γιατί να μην διασκεδάζεις μαζί με το παιδί σου; Να πηγαίνεις βόλτες, να συναντάς φίλους, να κάνεις εκδρομές και ταξίδια και γιατί όχι να μαθαίνουν κοντά σου και τη δουλειά σου;
-Εμ πουλάκι μου; Δεν θυμάσαι τι έκανα όταν σε είχα μικρή; Μαζί δεν γυρνούσαμε; 

 Έτσι είναι, μαζί γυρνούσαμε με τον πατέρα μου κι αν δεν μεσολαβούσαν κάποιες ανατροπές και δυσκολίες θα κάναμε ακόμα περισσότερα πράγματα παρέα. Και στην τελική αυτό δεν θέλουν τα παιδιά; Να μοιράζονται τις ομορφιές και τις χαρές της ζωής με τους γονείς τους; Μόνο έτσι θα νιώσουν απελευθερωμένα από το άγχος των επιτευγμάτων. Μόνο έτσι θα πάρουν εικόνες από τον έξω κόσμο, ανακαλύπτοντας τις κλίσεις τους.  Μόνο έτσι θα μπορέσουμε κι εμείς με τη σειρά μας να σταματήσουμε να τρομάζουμε με τον χρόνο που περνά. Θα σταματήσουμε να νιώθουμε πως οι ευθύνες της οικογένειας θα μας στερήσουν τον χρόνο από αυτά που αγαπάμε. Ας κάνουμε λοιπόν τα παιδιά μας κομμάτι των πραγμάτων που αγαπάμε κι ας ζήσουμε όλοι μαζί ένα ατελείωτο τώρα, χωρίς νοσταλγικές αναπολήσεις στα περασμένα ανέμελα χρόνια. 

link

Για να σχολιάσετε

Για να σχολιάσετε

thank you

thank you

instagram

Instagram

Μουσαφίριδες

Blogger Widgets