7 Ιουλίου 2017

Το φαιδρόν άστυ

Γιατί άραγε η καλοκαιρινή ζέστη να αφυπνίζει τόσο πολύ το μνημονικό και να ανασύρει κάθε λογής περιστατικό και ευτράπελο; Ιδού η απορία.
Ήταν τελευταία μέρα της εξεταστικής λοιπόν, καλοκαίρι και πάλι και για κάποιο λόγο που δε θυμάμαι ιδιαίτερα, είχαμε ξεμπερδέψει νωρίς με το μάθημα, ενώ είχε προηγηθεί άσχημο ξενύχτι.

Άγρυπνη όπως ήμουν άφησα τη σχολή πίσω μου και είπα να κατευθυνθώ προς το κέντρο για να πληρώσω κάτι λογαριασμούς. Ομολογουμένως ήταν πολύ πρωί για μένα, το κλασικό παράδειγμα Θεσσαλονικιάς φοιτήτριας κι αν συνυπολογίσουμε την αϋπνία και την κόπωση της εξεταστικής, ε, δε θέλει και πολύ μυαλό να φανταστεί κανείς σε τι διανοητική κατάσταση βρισκόμουν. Παίζει ρόλο όμως αυτό που σας λέω, δώστε βάση.

Δεν είχα απομακρυνθεί πολύ, που λέτε, από την πανεπιστημιούπολη και τσουπ εμφανίζεται μπροστά μου ένας κύριος απροσδιορίστου ηλικίας αλλά νεανικής όψεως με μία ανατομία προσώπου που θα τραβούσε ακόμα και τα πιο αδιάφορα βλέμματα. Όχι, όχι για την ομορφιά του, ακριβώς το αντίθετο θα έλεγα, για την φαιδρότητά του.
Ήταν μελαχρινός με μία ερυθρόδερμη σκούρη απόχρωση, μαύρα κοντά μαλλιά και ένα πολύ στεγνό κόψιμο. Ολόκληρος ήταν πολύ ισχνός από την κορυφή μέχρι να νύχια κι ως εκ τούτου και το πρόσωπο του ήταν κάτισχνο.



Έλα μου όμως που σε αυτό το κάτισχνο στενό και στεγνό πρόσωπο προεξείχαν κάτι πελώρια αυτιά σαν πτερύγια σαλαχιού. Κι έλα που και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του ήταν εξίσου τεράστια σα να τα πήρε κάποιος χειρουργός από ξένο κεφάλι και να του τα κοτσάρισε αυτουνού.
Μάτια, μύτη στόμα, όλα ήταν εξωφρενικά μεγάλα λες και ήταν έτοιμα να ξεκολλήσουν από το μούτρο του. «Βρε τι πάθαμε πρωινιάτικα!», συλλογίστηκα. Και να που αυτός ο τύπος με σταμάτησε στα καλά καθούμενα και άρχισε να μου λέει κάτι παλαβομάρες άλλο πράγμα.

-Καλημέρα κοπελιά μπορώ να σας κάνω μία ερώτηση; 
-Παρακαλώ, του λέω. 
-Είστε σίγουρα Ελληνίδα; 
-Ορίστε; Ναι γιατί; 
-Ξέρετε εγώ είμαι δημοσιογράφος και ταξιδεύω πολύ στον κόσμο και σας λέω στα σίγουρα πως δε μοιάζετε με Ελληνίδα.

Μου αράδιασε εκεί πέρα ένα σωρό εθνικότητες, έτσι ψηλο-γκλαμουράτες για να κολακευτώ και ύστερα προχώρησε στο κυρίως πιάτο που ήταν το αρχικό του ποθούμενο, το καμάκι.

-Μα σας λέω έχετε σπάνια ομορφιά, μπλα μπλα μπλα […] και δε γνωρίζω καλά την πόλη σας και θα ήθελα πολύ να πίναμε έναν καφέ και να με βοηθούσατε να τη μάθω καλύτερα κλπ.

Και φυσικά μετά από ένα τέτοιο ευφυέστατο και ευγενικό καμάκι, νιώθοντας βαθιά κολακευμένη είπα να του κάνω το χατίρι και να πάμε για έναν καφέ στα πέριξ. Πλάκα κάνω! Έκανα μια ντρίπλα και του ξέφυγα του παλαβιάρη. Τώρα θα μου πείτε αν ήταν κάνας μπάνικος μωρή ψωνάρα δε θα πήγαινες για καφέ μαζί του; Εμ, εδώ σε θέλω! Αν ήταν όμως μπάνικος σιγά μη πουλούσε τέτοιο παραμύθι για να πιάσει κουβέντα σε μια τυχαία περαστική. Αφήστε που μετέπειτα αποκαλύφθηκε πως αυτός ήταν σεσημασμένο καμάκι και την έστηνε συστηματικά έξω από τα πανεπιστήμια και σταματούσε κοπέλες με το ίδιο πάντα πρόσχημα και παραμύθι. Μη σας πω ότι κυκλοφορεί ακόμα και σήμερα μετά από χρόνια…

Πάμε όμως παρακάτω. Αφού λοιπόν ξεγλίστρησα από  τον Πικάσο, θα τον ονομάσω έτσι τιμής ένεκεν για το εντυπωσιακό κυβιστικό του πρόσωπο, κατηφόρισα για το κέντρο. Άδειοι οι δρόμοι. Ένας διαβάτης εκεί, ένα αυτοκίνητο παρακεί. Παράξενο σκηνικό.
Κι έτσι αλλόκοτα όπως είχε ξεκινήσει η μέρα μου, παραδόθηκα στο να παρατηρώ έναν, έναν τους περαστικούς που συναντούσα.

Ο ένας ήταν κουτσός, ο άλλος ήταν με αμαξίδιο, ο παρά άλλος είχε παραμορφωμένο πρόσωπο. Πραγματικά, σας μιλάω ειλικρινώς, όποιον άνθρωπο και να συναντούσα καθ’ όλη τη διαδρομή πανεπιστήμια-ΟΤΕ, είχε κάποιο είδος αναπηρίας. Μα τω Θεό σας λέω! Σταυροκοπήθηκα δε θα σας το κρύψω, όχι φυσικά για το πρόβλημα του καθενός,  αλλά για την συγκυρία και μονομιάς ξεπήδησαν στο κουρασμένο μου μυαλό μια σειρά από έντονους στοχασμούς και προβληματισμούς για να καταλήξω στον πιο δυσάρεστο. Είμαστε άραγε εμείς οι καλοφτιαγμένοι τόσο αδιάφοροι που δεν τους εντοπίζουμε όλους αυτούς τους ανθρώπους μέσα στο πλήθος ή ακόμα χειρότερα όλοι αυτοί οι άνθρωποι αποφεύγουν να κυκλοφορούν στο δρόμο τις ώρες αιχμής για να μην πέσουν πάνω στα υποτιμητικά βλέμματα των περαστικών;

Εκείνο το πρωινό, πέρα από την ευθυμία που μου είχε προκαλέσει η παραδοξότητα του όλου σκηνικού, πραγματικά ένιωσα λες και είχε πέσει το παραπέτασμα που έκρυβε έναν άλλο κόσμο. Μία πόλη, πίσω από την πόλη. Έναν αλλιώτικο κόσμο που ζει μία παράλληλη κρυφή ζωή, απλά και μόνο γιατί δεν ταιριάζει στην αισθητική των άλλων.

Και ναι φίλοι μου, είχε έρθει και η ώρα η δική μου για ένα διάστημα, που για κάποιους λόγους υγείας, είχα χάσει την αλλοτινή αψεγάδιαστή μου όψη και έφτασα στο σημείο κι εγώ να αισθάνομαι πως δεν ταιριάζω στο κάδρο του ωραίου μας κόσμου. Συνέλαβα μάλιστα πολλές φορές τον εαυτό μου να αποφεύγει κοινωνικές συνάξεις σε πολυσύχναστα μέρη, γεμάτη με ντροπή για την εικόνα μου, μέχρι που αντιλήφθηκα ευτυχώς εγκαίρως πως ένα τέτοιο είδος απόσυρσης και αυτοτιμωρίας μάλλον χειροτερεύει την κατάσταση.

Το σώμα μας έχει έναν μαγικό τρόπο να εισπράττει τα θετικά ή τα αρνητικά συναισθήματα που τρέφουμε για αυτό. Όταν το μισούμε, αυτό μαραζώνει και ασχημαίνει, πέφτει το ανοσοποιητικό του σύστημα και χάνεται στο σφρίγος του. Αντίθετα όμως, όταν το αγαπάμε και το σεβόμαστε, εκείνο βρίσκει από μόνο του τους μηχανισμούς του να επανέλθει στα ίδια ή ακόμα και σε καλύτερα επίπεδα από πριν.

Οκ σας ζάλισα, από κωμωδία σας άρχισα σε δράμα σας το πήγα. Βάζω άνω τελεία εδώ και ανανεώνω το ραντεβού για περισσότερα ευτράπελα…

πρώτη δημοσίευση εδώ:http://enfo.gr/ar7412


Show Comments: OR

1 σχόλιο:

Maria Pirgianaki είπε...

Πολύ ενδιαφέρον και με νόημα το ποστ σου, Χριστίνα μου.Μας έλειψε η αφηγηματική σου δομή που τόσο καλά την γνωρίζεις.Κριμα όμως για τις φωτο που δεν φαίνονται.Πολλα φιλάκια!

Για να σχολιάσετε

Για να σχολιάσετε

thank you

thank you

instagram

Instagram

Μουσαφίριδες

Blogger Widgets